Στην ομάδα μας, κληθήκαμε να μελετήσουμε και να παρέμβουμε σε οικόπεδα που είχαν άμεση σχέση και βρίσκονταν κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές από την Παναχαϊκή έως τον Άγιο Ανδρέα. Μελετώντας, την πυκνότητα και τη διαπερατότητα των σιδηροδρομικών γραμμών, εντοπίσαμε το σημείο που μας ενδιέφερε να ασχοληθούμε, το οποίο είναι απέναντι από τους Μύλους, σε μία από τις αποβάθρες του παλιού λιμανιού της πόλης.Το σημείο αυτό μας κίνησε το ενδιαφέρον διότι είναι ένα σημείο «απροσδιόριστο», και αυτό διότι παρατηρήσαμε ότι κάποιος που μπορεί να βρεθεί εκεί ως πεζός, νιώθει την πλήρη σύγχυση. Ξαφνικά οι γραμμές περνούν μέσα από τον αυτοκινητόδρομο για να αλλάξουν πλευρά, ενώ πριν και μετά πηγαίνουν παράλληλα με αυτόν. Οι φωτεινοί σηματοδότες πεζών είναι ανύπαρκτοι, δυσκολεύοντας την διέλευσή τους και ο δρόμος κάνει μία εναλλαγή από διπλής κυκλοφορίας σε μονής. Μιλάμε ,ουσιαστικά, για έναν κακομελετημένο κόμβο.
Θέλοντας να ενισχύσουμε τη χρήση του τρένου και στην προσπάθειά μας να προσδώσουμε έναν προσδιορισμό στο σημείο (ένα τοπόσημο), αποφασίσαμε να σχεδιάσουμε ένα κτήριο υβρίδιο. Αυτό αποτελείται από μία στάση τρένου, μία σκηνή θεάτρου, μία Αρχιτεκτονική Σχολή και μία κατάληλα διαμορφωμένη πλατεία ως χώρος πιο ελεύθερου και ευέλικτου προγράμματος. Τα προγράμματα αυτά επιλέχθηκαν τόσο από προσωπικές όσο και από κοινοτικές ανάγκες. Αρχική μας ιδέα, πέρα από τη σύνδεση αυτών των τεσσάρων προγραμμάτων, ήταν η παράλληλη κίνηση τόσο μέσα όσο και πάνω στο κτήριο. Ενώ, όσων αφορά τη μορφή, το κέλυφος θέλαμε να είναι ένα «ύφασμα» που καλύπτει τους διάφορους χώρους και συνδέει το κτήριο με το περιβάλλον του, δημιουργώντας ένα τοπίο.
Θέλαμε το κτίριό μας να είναι ανοιχτό στο κοινό του και στην πόλη γενικότερα, να μην απευθύνεται μονάχα σε όσους φιλοξενεί για λίγες ώρες αλλά και σε οποιονδήποτε επισκέπτη περνά από το σημείο. Ο τρόπος μας να καταφέρουμε κάτι τέτοιο ήταν η τοποθέτηση υαλοστασίων κατά μήκος κάθε όψης, συρόμενων στο ισόγειο και ανοιγόμενων στον όροφο. Δεν συναντάμε τοίχους πουθενά στο εξωτερικό περίβλημα, εκτός από κάποια -ελάχιστα- σημεία του θεάτρου που είναι απολύτως απαραίτητοι. Η ίδια λογική συνεχίζει και στο εσωτερικό, με την τοποθέτηση γυάλινων πανέλων, τα οποία σε διάφορα σημεία είναι κινητά και επιτρέπουν την αναδιαμόρφωση του εσωτερικού χώρου, ανάλογα με τις ανάγκες των χρηστών. Ακόμη, τα μας προγράμματά μας είναι «κουτιά», που τα κενά τους δημιουργούν ενδιάμεσους χώρους ελεύθερου προγράμματος- χώρους συνάντησης.
Όσων αφορά τη μορφή, ουσιαστικά αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε είναι να βρούμε έναν τρόπο να αναπαραστήσουμε το «ύφασμα» που θα κάλυπτε τα προγράμματά μας. Δοκιμάζοντας διάφορες μορφές και τεχνικές, αποφασίσαμε ότι ο πιο ορθός τρόπος και αυτός που θα ταίριαζε περισσότερο στο έργο ήταν η μέθοδος triangulation, δηλαδή το σπάσιμο μιας επιφάνειας σε επιμέρους τρίγωνα που δημιουργούν νέα επίπεδα. Αυτό που κάναμε είναι ότι δημιουργήσαμε έναν κάναβο, με βάση τον κάναβο φτιάξαμε κάποιες κολώνες με διαφορετικά ύψη η κάθε μία και τις ενώσαμε με τριγωνικές επιφάνειες. Έτσι προέκυψε μία ενιαία, πολύμορφη στέγη- τοπίο, που κάλυπτε τους χώρους προγραμμάτων, δημιουργούσε ενδιάμεσους χώρους και στέγαζε κάποιους υπαίθριους, ενώ φτάνοντας στην επιφάνεια του εδάφους διαμόρφωνε και τον γύρω χώρο, με κάποια πιο ήπια υψώματα.
Τέλος, αποφασίσαμε να χρησιμοποιήσουμε μία ποικιλία υλικών κατασκευής για το κέλυφός μας: ξύλο, σκουριασμένο μέταλλο και γυαλί, το οποίο στο σημεία της οροφής που βρισκεται λειτουργεί ως φεγγίτης για τον χώρο που βρίσκεται από κάτω.

























Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.